διαβεβαίωσις

διαβεβαί-ωσις, εως, ,
A assurance, δοῦναι, ἐργάζεσθαι, ib.24,35; asseveration, Hdn.Fig.p.96S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαβεβαίωσις — assurance fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαιώσει — διαβεβαίωσις assurance fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαβεβαιώσεϊ , διαβεβαίωσις assurance fem dat sg (epic) διαβεβαίωσις assurance fem dat sg (attic ionic) διαβεβαιόομαι confirm fut ind mp 2nd sg διαβεβαιόομαι confirm aor subj act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαιώσεις — διαβεβαίωσις assurance fem nom/voc pl (attic epic) διαβεβαίωσις assurance fem nom/acc pl (attic) διαβεβαιόομαι confirm aor subj act 2nd sg (epic) διαβεβαιόομαι confirm fut ind act 2nd sg διαβεβαιόω confirm aor subj act 2nd sg (epic) διαβεβαιόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαιώσεσι — διαβεβαίωσις assurance fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαιώσεσιν — διαβεβαίωσις assurance fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαίωσιν — διαβεβαίωσις assurance fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβεβαίωση — η (AM διαβεβαίωσις) 1. η επιβεβαίωση, η πλήρης πιστοποίηση, η ρητή υπόσχεση 2. (για κληρικούς) α) η βεβαίωση ότι θα πουν την αλήθεια ενώπιον δικαστηρίου τοποθετούν το δεξί χέρι στο στήθος και όχι επί τού Ευαγγελίου, όπως οι λαϊκοί β) η επίσημη… …   Dictionary of Greek

  • διαβεβαιώσεως — διαβεβαιώσεω̆ς , διαβεβαίωσις assurance fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.